Tijden - wijzen Passieve Vorm
Aantonende wijs Enkelvoud Meervoud
Onvoltooid tegenwoordige tijd πετάγομαι πεταγόμαστε
πετάγεσαι πετάγεστε, πεταγόσαστε
πετάγεται πετάγονται
Onvoltooid verleden tijd πεταγόμουν(α) πεταγόμαστε, πεταγόμασταν
πεταγόσουν(α) πεταγόσαστε, πεταγόσασταν
πεταγόταν(ε) πετάγονταν, πεταγόντανε, πεταγόντουσαν
Aoristus πετάχτηκα πεταχτήκαμε
πετάχτηκες πεταχτήκατε
πετάχτηκε πετάχτηκαν, πεταχτήκαν(ε)
Voltooid tegenwoordige tijd έχω πεταχτεί,
είμαι πεταγμένος, -η
έχουμε πεταχτεί,
είμαστε πεταγμένοι, -ες
έχεις πεταχτεί,
είσαι πεταγμένος, -η
έχετε πεταχτεί,
είστε πεταγμένοι, -ες
έχει πεταχτεί,
είναι πεταγμένος, -η, -ο
έχουν πεταχτεί,
είναι πεταγμένοι, -ες, -α
Voltooid verleden tijd είχα πεταχτεί,
ήμουν πεταγμένος, -η
είχαμε πεταχτεί,
ήμαστε πεταγμένοι, -ες
είχες πεταχτεί,
ήσουν πεταγμένος, -η
είχατε πεταχτεί,
ήσαστε πεταγμένοι, -ες
είχε πεταχτεί,
ήταν πεταγμένος, -η, -ο
είχαν πεταχτεί,
ήταν πεταγμένοι, -ες, -α
Toekomende tijd (1) θα πετάγομαι θα πεταγόμαστε
θα πετάγεσαι θα πετάγεστε, θα πεταγόσαστε
θα πετάγεται θα πεταγόνται
Toekomende tijd (2) θα πεταχτώ θα πεταχτώ
θα πεταχτείς θα πεταχτείτε
θα πεταχτεί θα πεταχτεί(ε)
Voltooid toekomende tijd θα έχω πεταχτεί,
θα είμαι πεταγμένος, -η
θα έχουμε πεταχτεί,
θα είμαστε πεταγμένοι, -ες
θα έχεις πεταχτεί,
θα είσαι πεταγμένος, -η
θα έχετε πεταχτεί,
θα είστε πεταγμένοι, -ες
θα έχει πεταχτεί,
θα είναι πεταγμένος, -η, -ο
θα έχουν πεταχτεί,
θα είναι πεταγμένοι, -ες, -α
Aanvoegende wijs
Onvoltooid tegenwoordige tijd να πετάγομαι να πεταγόμαστε
να πετάγεσαι να πετάγεστε, να πεταγόσαστε
να πετάγεται να πετάγονται
Aoristus να πεταχτώ να πεταχτούμε
να πεταχτείς να πεταχτείτε
να πεταχτεί να πεταχτούνε(ε)
Voltooid tegenwoordige tijd να έχω πεταχτεί,
να είμαι πεταγμένος, -η
να έχουμε πεταχτεί,
να είμαστε πεταγμένοι, -ες
να έχεις πεταχτεί,
να είσαι πεταγμένος, -η
να έχετε πεταχτεί,
να είστε πεταγμένοι, -ες
να έχει πεταχτεί,
να είναι πεταγμένος, -η, -ο
να έχουν πεταχτεί,
να είναι πεταγμένοι, -ες, -α
Gebiedende wijs
Tegenwoordige tijd -- πετάγεστε
Aoristus πετάξου πεταχτείτε
Deelwoord
Tegenwoordige tijd
Voltooid tegenwoordige tijd πεταγμένος, -η, -ο πεταγμένοι, -ες, -α
Onbepaalde wijs
Aoristus πεταχτεί

«πετάγομαι» heeft nog een lijdende vorm «πετιέμαι»

Voorbeelden met «πετάγομαι»:
ελληνικά ολλανδικά
Φλόγες πετάγονταν από τα παράθυρα. De vlammen kwamen uit de ramen.
Πρόσεχε μην πεταχτεί καμιά σπίθα. Wees voorzichtig, laat geen vonk (weg)schieten.
Πεταμένα λεφτά. Weggegooid geld.
Περνούσα τυχαία κι είπα να πεταχτώ για λίγο να δω τι κάνεις. Ik kwam toevallig langs en zei dat ik even kwam om te zien hoe het met je gaat.
H ελληνική κυβέρνηση, μας έχουν κάνει να πεταγόμαστε στον ύπνο μας. De Griekse regering heeft ons weer in slaap gesust.
Είδε το λαγό να πετάγεται μέσα από τα χαμόκλαδα και πυροβόλησε. Hij zag de haas opspringen uit het struikgewas en schoot.
Werkwoorden op dezelfde manier vervoegd als «πετάγομαι»:
- ανοίγομαι geopend worden worden
- διαλέγομαι geselecteerd worden
- θίγομαι aansnijden(onderwerp)
- ξανοίγομαι hart uitstorten, zich blootgeven
- ξετυλίγομαι zich voordoen, zich afspelen
- περιτυλίγομαι verpakt worden
- προφυλάγομαι zich behoeden
- σφίγγομαι onderdrukt worden/staan
- τυλίγομαι ingepakt worden
- φυλάγομαι voorzichtig zijn

Alle bovenstaande werkwoorden hebben ook actieve vormen.