Tijden - wijzen Passieve Vorm
Aantonende wijs Enkelvoud Meervoud
Onvoltooid tegenwoordige tijd γεύομαι γευόμαστε
γεύεσαι γεύεστε, γευόσαστε
γεύεσαι γεύονται
Onvoltooid verleden tijd γευόμουν(α) γευόμαστε, γευόμασταν
γευόσουν(α) γευόσαστε, γευόσασταν
γευόταν(ε) γεύονταν, γευόντανε, γευόντουσαν
Aoristus γεύτηκα γευτήκαμε
γεύτηκες γευτήκατε
γεύτηκε γεύτηκαν, γευτήκαν(ε)
Voltooid tegenwoordige tijd έχω γευτεί έχουμε γευτεί
έχεις γευτεί έχετε γευτεί
έχει γευτεί έχουν γευτεί
Voltooid verleden tijd είχα γευτεί είχαμε γευτεί
είχες γευτεί είχατε γευτεί
είχε γευτεί είχαν γευτεί
Toekomende tijd (1) θα γεύομαι θα γευόμαστε
θα γεύεσαι θα γεύεστε, θα γευόσαστε
θα γεύεται θα γεύονται
Toekomende tijd (2) θα γευτώ θα γευτούμε
θα γευτείς θα γευτείτε
θα γευτούν θα γευτούν(ε)
Voltooid toekomende tijd θα έχω γευτεί θα έχουμε γευτεί
θα έχεις γευτεί θα έχετε γευτεί
θα έχει γευτεί θα έχουν γευτεί
Aanvoegende wijs
Onvoltooid tegenwoordige tijd να γεύομαι να γευόμαστε
να γεύεσαι να γεύεστε, να γευόσαστε
να γεύεται να γεύονται
Aoristus να γευτώ να γευτούμε
να γευτείς να γευτείτε
να γευτεί να γευτούν(ε)
Voltooid tegenwoordige tijd να έχω γευτεί να έχουμε γευτεί
να έχεις γευτεί να έχετε γευτεί
να έχει γευτεί να έχουν γευτεί
Gebiedende wijs
Tegenwoordige tijd -- γεύεστε
Aoristus γέψου γευτείτε
Deelwoord
Tegenwoordige tijd
Voltooid tegenwoordige tijd
Onbepaalde wijs
Aoristus γευτεί
Voorbeelden met «γεύομαι»:
ελληνικά ολλανδικά
Γεύομαι λίγη κανέλα στα ζυμαρικά. Ik proef wat kaneel in de pasta.
Αυτά τα προϊόντα γεύτηκαν κατά την επίσκεψή τους. Die producten proefden ze tijdens hun bezoek.
Έχουμε γευτεί πολλές πικρές απογοητεύσεις. We hebben vele bittere teleurstellingen ondervonden.
Πότε θα γευτούμε το κρασί. Wanneer zullen we de wijn proeven.
Γεύτηκε πολλά φαρμάκια στη ζωή της. Zij slikte veel medicijnen in haar leven
Δε γεύτηκες ακόμα τις χαρές της ζωής Je hebt de geneugten van het leven nog niet geproefd.
Werkwoorden op dezelfde manier vervoegd als «γεύομαι»:
- αγγαρεύομαι * gedwongen worden
- αγριεύομαι * angstig worden
- αναδεύομαι * mengen, schudden, roeren
- ανακατεύομαι * betrokken raken, bemoeien
- αστειεύομαι grappen maken, plagen
- βατεύομαι * dekken (van een dier)
- βολεύομαι * gemakkelijk zijn
- γιατρεύομαι * beter worden (van ziekte)
- δασκαλεύομαι * les geven, onderwijzen
- διαφεντεύομαι * beschermen, beheren
- δουλεύομαι * werken
- δυσκολεύομαι * belemmeren, storen, hinderen
- ερωτεύομαι verliefd worden
- εχθρεύομαι haten
- ζεύομαι * inspannen (paard), koppelen
- καταξοδεύομαι * kwistig geld uitgeven
- κλαδεύομαι * (klein) hakken, snijden
- λατρεύομαι * aanbidden
- λογικεύομαι redeneren
- μαγειρεύομαι * koken, bereiden
- μαγεύομαι * beheksen, betoveren
- μαζεύομαι * collecteren, verzamelen
- μαθεύομαι * bekend raken
- μηχανεύομαι beramen, bekokstoven
- μπερδεύομαι * in de war brengen
- ξοδεύομαι * uitgeven, spenderen
- ονειρεύομαι dromen
- παγιδεύομαι * in de val laten kopen
- παντρεύομαι * trouwen, in het huwelijk treden
- περιμαζεύομαι * oprapen
- προστατεύομαι * beschermen, begunstigen
- ρεζιλεύομαι * bespotten, vernederen
- ρεύομαι hikken, boeren
- συμβουλεύομαι * adviseren, consulteren
- συμμαζεύομαι * ineenkrimpen, terugdeinzen
- συνοδεύομαι * vergezellen, begleiden
- φυτεύομαι * poten, planten
- χαϊδεύομαι * liefkozen
- χωνεύομαι * verteren, smelten, uiteenvallen
- ψαρεύομαι * vissen

* deze werkwoorden hebben ook actieve vormen.

  • «πιστεύεται» betekent men gelooft of men is van mening (het actieve werkwoord is «πιστεύω» - geloven)
  • «χορεύεται» betekent er wordt gedanst (het actieve werkwoord is «χορεύω» - dansen)