Tijden - wijzen Actieve Vorm
Aantonende wijs Enkelvoud Meervoud
Onvoltooid tegenwoordige tijd τραβάω, τραβώ τραβάμε, τραβούμε
τραβάς τραβάτε
τραβάει, τραβά τραβάν(ε), τραβούν(ε)
Onvoltooid verleden tijd τραβούσα, τράβαγα τραβούσαμε, τραβάγαμε
τραβούσες, τράβαγες τραβούσατε, τραβάγατε
τραβούσε, τράβαγε τραβούσαν(ε), τράβαγαν, τραβάγανε
Aoristus τράβηξα τραβήξαμε
τράβηξες τραβήξατε
τράβηξε τράβηξαν, τραβήξαν(ε)
Voltooid tegenwoordige tijd έχω τραβήξει, έχω τραβηγμένο έχουμε τραβήξει, έχουμε τραβηγμένο
έχεις τραβήξει, έχεις τραβηγμένο έχετε τραβήξει, έχετε τραβηγμένο
έχει τραβήξει, έχει τραβηγμένο έχουν τραβήξει, έχουν τραβηγμένο
Voltooid verleden tijd είχα τραβήξει, είχα τραβηγμένο είχαμε τραβήξει, είχαμε τραβηγμένο
είχες τραβήξει,είχες τραβηγμένο είχατε τραβήξει, είχατε τραβηγμένο
είχε τραβήξει, είχε τραβηγμένο είχαν τραβήξει, είχαν τραβηγμένο
Toekomende tijd (1) θα τραβάω, θα τραβώ θα τραβάμε, θα τραβούμε
θα τραβάς θα τραβάτε
θα τραβάει, θα τραβά θα τραβάν(ε), θα τραβούν(ε)
Toekomende tijd (2) θα τραβήξω θα τραβήξουμε, θα τραβήξομε
θα τραβήξεις θα τραβήξετε
θα τραβήξει θα τραβήξει(ε)
Voltooid toekomende tijd θα έχω τραβήξει, θα έχω τραβηγμένο θα έχουμε τραβήξει, θα έχουμε τραβηγμένο
θα έχεις τραβήξει, θα έχεις τραβηγμένο θα έχετε τραβήξει, θα έχετε τραβηγμένο
θα έχει τραβήξει, θα έχει τραβηγμένο θα έχουν τραβήξει, θα έχουν τραβηγμένο
Aanvoegende wijs
Onvoltooid tegenwoordige tijd να τραβάω, να τραβώ να τραβάμε, να τραβούμε
να τραβάς να τραβάτε
να τραβάει, να τραβά να τραβάν(ε), να τραβούν(ε)
Aoristus να τραβήξω να τραβήξουμε, να τραβήξομε
να τραβήξεις να τραβήξετε
να τραβήξει να τραβήξουν(ε)
Voltooid tegenwoordige tijd να έχω τραβήξει, να έχω τραβηγμένο να έχουμε τραβήξει, να έχουμε τραβηγμένο
να έχεις τραβήξει, να έχεις τραβηγμένο να έχετε τραβήξει, να έχεις τραβηγμένο
να έχει τραβήξει, να έχει τραβηγμένο να έχουν τραβήξει, να έχουν τραβηγμένο
Gebiedende wijs
Tegenwoordige tijd τράβα, τράβαγε τραβάτε
Aoristus τράβηξε, τράβα τραβήξτε, τραβήχτε
Deelwoord
Tegenwoordige tijd τραβώντας
Voltooid tegenwoordige tijd έχοντας τραβήξει, έχοντας τραβηγμένο
Onbepaalde wijs
Aoristus τραβήξει
Enkele voorbeelden met «τραβάω, τραβώ»:
ελληνικά ολλανδικά
Ο μαγνήτης τραβάει το σίδερο. De magneet trekt het ijzer aan.
Tο άλογο τραβάει το κάρο. Het paard trekt de wagen.
Mην τραβάς πολύ το σκοινί γιατί θα σπάσει. Trek niet zo erg (aan) het touw want (het) zal breken.
Στη ζωή του τράβηξε πολλά. Hij leed veel in zijn leven.
Tον τράβηξαν τα ξένα. Het buitenland trok hem aan.
Tου έπιασα το χέρι, αλλά εκείνος το τράβηξε. Ik hield zijn hand vast, maar hij trok hem terug.
Mην κάθεσαι κοντά στην πόρτα, γιατί τραβάει πολύ Ga niet dichtbij de deur zitten, want het trekt erg.
Werkwoorden op dezelfde manier vervoegd als «τραβάω, τραβώ»:
- βαστώ, -άω * vasthouden, dragen
- βογκώ, -άω klagen, jammeren, kreunen
- βροντώ, -άω donderen, dreunen
- βουτάω, -ώ * dompelen, grijpen, oppaken
- ζουλώ, -άω * samendrukken, persen
- ζουπώ, -άω * uitpersen, afpersen
- ορμώ, -άω rennen naar
- πηδάω, -ώ * ° (op)springen, sex hebben (vulg.)
- ρουφώ, -άω, * slurpen, opzuigen
- σκουντώ, -άω * duwen, stoten
- φυσάω, -ώ blazen, waaien
- χιμάω, -ώ rennen, vliegen, spurten
- χοροπηδώ, -άω rondspringen, dansen, huppelen
- .
 

* Deze actieve werkwoorden hebben passieve vormen die als het onderstaande «τραβιέμαι» vervoegd worden.

° De actieve vorm van «πηδάω» heeft nog een tweede vervoeging zoals «βρονταώ»

Tijden Passieve Vorm
Aantonende wijs Enkelvoud Meervoud
Onvoltooid tegenwoordige tijd τραβιέμαι τραβιόμαστε
τραβιέσαι τραβιέστε, τραβιόσαστε
τραβιέται τραβιούνται, τραβιόνται
Onvoltooid verleden tijd τραβιόμουν(α) τραβιόμαστε, τραβιόμασταν
τραβιόσουν(α) τραβιόσαστε, τραβιόσασταν
τραβιόταν (ε) τραβιόνταν(ε), τραβιούνταν, τραβιόντουσαν
Aoristus τραβήχτηκα τραβηχτήκαμε
τραβήχτηκες τραβηχτήκατε
τραβήχτηκε τραβήχτηκαν, τραβηχτήκαν(ε)
Voltooid tegenwoordige tijd έχω τραβηχτεί, είμαι τραβηγμένος, -η έχουμε τραβηχτεί, είμαστε τραβηγμένοι, -ες
έχεις τραβηχτεί, είσαι τραβηγμένος, -η έχετε τραβηχτεί, είστε τραβηγμένοι, -ες
έχει τραβηχτεί, είναι τραβηγμένος, -η, -ο έχουν τραβηχτεί, είναι τραβηγμένοι, -ες, -α
Voltooid verleden tijd είχα τραβηχτεί, ήμουν τραβηγμένος, -η είχαμε τραβηχτεί, ήμαστε τραβηγμένοι, -ες
είχες τραβηχτεί, ήσουν τραβηγμένος, -η είχατε τραβηχτεί, ήσαστε τραβηγμένοι, -ες
είχε τραβηχτεί, ήταν τραβηγμένος, -η, -ο είχαν τραβηχτεί, ήταν τραβηγμένοι, -ες, -α
Toekomende tijd (1) θα τραβιέμαι θα τραβιόμαστε
θα τραβιέσαι θα τραβιέστε, θα τραβιόσαστε
θα τραβιέται θα τραβιούνται, θα τραβιόνται
Toekomende tijd (2) θα τραβηχτώ θα τραβηχτούμε
θα τραβηχτείς θα τραβηχτείτε
θα τραβηχτεί θα τραβηχτούν(ε)
Voltooid toekomende tijd θα έχω τραβηχτεί,
θα είμαι τραβηγμένος, -η
θα έχουμε τραβηχτεί,
θα είμαστε τραβηγμένοι, -ες
θα έχεις τραβηχτεί,
θα είσαι τραβηγμένος, -η
θα έχετε τραβηχτεί,
θα είστε τραβηγμένοι, -ες
θα έχει τραβηχτεί,
θα είναι τραβηγμένος, -η, -ο
θα έχουν τραβηχτεί,
θα είναι τραβηγμένοι, -ες, -α
Aanvoegende wijs
Onvoltooid tegenwoordige tijd να τραβιέμαι να τραβιόμαστε
να τραβιέσαι να τραβιέστε, να τραβιόσαστε
να τραβιέται να τραβιούνται, να τραβιόνται
Aoristus να τραβηχτώ να τραβηχτούμε
να τραβηχτείς να τραβηχτείτε
να τραβηχτεί να τραβηχτούν(ε)
Voltooid tegenwoordige tijd να έχω τραβηχτεί,
να είμαι τραβηγμένος, -η
να έχουμε τραβηχτεί,
να είμαστε τραβηγμένοι, -ες
να έχεις τραβηχτεί,
να είσαι τραβηγμένος, -η
να έχετε τραβηχτεί,
να είστε τραβηγμένοι, -η
να έχει τραβηχτεί,
να είναι τραβηγμένος, -η, -ο
να έχουν τραβηχτεί,
να είναι τραβηγμένοι, -ες, -α
Gebiedende wijs
Tegenwoordige tijd -- τραβιέστε
Aoristus τραβήξου τραβηχτείτε
Deelwoord
Tegenwoordige tijd --
Voltooid tegenwoordige tijd τραβηγμένος, -η, -ο τραβηγμένοι, -ες, -α
Onbepaalde wijs
Aoristus τραβηχτεί
Enkele voorbeelden met «τραβιέμαι»:
ελληνικά ολλανδικά
Tραβήχτηκα για να περάσει το αυτοκίνητο. Ik ging opzij (week af), om de auto te (laten) passeren.
Mε την άμπωτη τραβιούνται τα νερά της θάλασσας. Met eb trekt het water van de zee zich terug.
Φέτος τραβήχτηκε πολύ το βιβλίο. Dit jaar was het boek erg in trek.
Tραβιέται με τον ένα και με τον άλλο. Hij/zij flirt rond met de een en met de ander.
Πιθανότητα να τραβιέται ακόμη και με τη βαρβάρα. Waarschijnlijk stoeit hij zelfs met Barbara.
Werkwoorden die op dezelfde manier vervoegd worden als «τραβιέμαι»»
- βαστιέμαι * zichzelf beheersen
- βουτιέμαι ondergedompeld worden
- ζουλιέμαι platgedrukt worden
- ζουπιέμαι samendrukken
- πηδιέμαι aanklooien
- ρουφιέμαι opslorpen

* Dit werkwoord heeft zowel actief als passief een tweede vervoeging zoals het werkwoord «κοιτάω, κοιτώ» en «κοιτιέμαι»