Tijden - wijzen Actieve Vorm
Aantonende wijs Enkelvoud Meervoud
Onvoltooid tegenwoordige tijd ζεσταίνω ζεσταίνουμε, ζεσταίνομε
ζεσταίνεις ζεσταίνετε
ζεσταίνει ζεσταίνουν(ε)
Onvoltooid verleden tijd ζέσταινα ζεσταίναμε
ζέσταινες ζεσταίνατε
ζέσταινε ζέσταιναν, ζεσταίναν(ε)
Aoristus ζέστανα ζεστάναμε
ζέστανες ζεστάνατε
ζέστανε ζέσταναν, ζεστάναν(ε)
Voltooid tegenwoordige tijd έχω ζεστάνει, έχω ζεσταμένο έχουμε ζεστάνει, έχουμε ζεσταμένο
έχεις ζεστάνει, έχεις ζεσταμένο έχετε ζεστάνει, έχετε ζεσταμένο
έχει ζεστάνει, έχει ζεσταμένο έχουν ζεστάνει, έχουν ζεσταμένο
Voltooid verleden tijd είχα ζεστάνει, είχα ζεσταμένο είχαμε ζεστάνει, είχαμε ζεσταμένο
είχες ζεστάνει, είχες ζεσταμένο είχατε ζεστάνει, είχατε ζεσταμένο
είχε ζεστάνει, είχε ζεσταμένο είχαν ζεστάνει, είχαν ζεσταμένο
Toekomende tijd (1) θα ζεσταίνω θα ζεσταίνουμε, θα ζεσταίνομε
θα ζεσταίνεις θα ζεσταίνετε
θα ζεσταίνει θα ζεσταίνουν(ε)
Toekomende tijd (2) θα ζεστάνω θα ζεστάνουμε, θα ζεστάνομε
θα ζεστάνεις θα ζεστάνετε
θα ζεστάνει θα ζεστάνουν(ε)
Voltooid toekomende tijd θα έχω ζεστάνει,
θα έχω ζεσταμένο
θα έχουμε ζεστάνει,
θα έχουμε ζεσταμένο
θα έχεις ζεστάνει,
θα έχεις ζεσταμένο
θα έχετε ζεστάνει,
θα έχετε ζεσταμένο
θα έχει ζεστάνει,
θα έχει ζεσταμένο
θα έχουν ζεστάνει,
θα έχουν ζεσταμένο
Aanvoegende wijs
Onvoltooid tegenwoordige tijd να ζεσταίνω να ζεσταίνουμε, να ζεσταίνομε
να ζεσταίνεις να ζεσταίνετε
να ζεσταίνει να ζεσταίνουν(ε)
Aoristus να ζεστάνω να ζεστάνουμε, να ζεστάνομε
να ζεστάνεις να ζεστάνετε
να ζεστάνει να ζεστάνουν(ε)
Voltooid tegenwoordige tijd να έχω ζεστάνει,
να έχω ζεσταμένο
να έχουμε ζεστάνει,
να έχουμε ζεσταμένο
να έχεις ζεστάνει,
να έχεις ζεσταμένο
να έχετε ζεστάνει,
να έχετε ζεσταμένο
να έχει ζεστάνει,
να έχει ζεσταμένο
να έχουν ζεστάνει,
να έχουν ζεσταμένο
Gebiedende wijs
Tegenwoordige tijd ζέσταινε ζεσταίνετε
Aoristus ζέστανε ζεστάνετε
Deelwoord
Tegenwoordige tijd ζεσταίνοντας
Voltooid tegenwoordige tijd έχοντας ζεστάνει, έχοντας ζεσταμένο
Onbepaalde wijs
Aoristus ζεστάνει
Enkele voorbeelden met «ζεσταίνω»:
ελληνικά ολλανδικά
Το πρωί έκανε κρύο, αλλά μετά ζεστάνε η μέρα. 's Morgens was het koud, maar daarna warmde de dag op.
Όσο μπαίνουμε στην άνοιξη τόσο ζεσταίνει ο καιρός. Naarmate we de lente naderen, des te warmer het weer wordt.
Άνοιγε το παράθυρο γιατί ζεσταίνομαι. Doe het raam open, want ik heb het warm.
Πρέπει να ζεσταίνεις το γάλα του μωρού πριν το ταΐσεις. Je moet de melk van de baby opwarmen voordat je het hem geeft.
Οι οδηγίες λενε να ζεστάνουμε το νερό σε θερμοκρασία δωματίου. De instructies geven aan het water te verwarmen tot kamer temperatuur.

Werkwoorden die op dezelfde manier vervoegd worden als «ζεσταίνω»

- απολυμαίνω desinfecteren
- ασθμαίνω * snakken, buiten adem zijn
- βασκαίνω betoveren, beheksen
- βουβαίνω verstommen, tot zwijgen brengen
- δυσχεραίνω bemoeilijken
- ευφραίνω verblijden, verheugen
- ζουρλαίνω samenpersen, wringen
- θερμαίνω opwarmen
- μιαίνω bezoedelen, besmetten
- μωραίνω dom maken, kinds worden
- ξαίνω ** (wol)kammen, kaarden
- πεθαίνω * doodslaan, sterven
- ραίνω * besproeien, bestrooien
- ρυπαίνω bevuilen
- σημαίνω * betekenen, luiden
- συπμεραίνω * besluiten, concluderen
- τρελαίνω gek maken
- υγιαίνω * gezond zijn
- υγραίνω bevochtigen
- υφαίνω weven, spinnen
- φυραίνω * krimpen, slinken
- χαίνω * gapen, open staan
- χαρτοσημαίνω zegelen
- χωλαίνω * hinken, haperen
- ψυχραίνω bekoelen, verkoelen
- .

De met * aangemerkte werkwoorden hebben geen passieve vormen.

** Dit werkwoord heeft een onregelmatige passieve vorm «ξαίνω»

Tijden Passieve Vorm
Aantonende wijs Enkelvoud Meervoud
Onvoltooid tegenwoordige tijd ζεσταίνομαι ζεσταινόμαστε
ζεσταίνεσαι ζεσταίνεστε, ζεσταινόσαστε
ζεσταίνεται ζεσταίνονται
Onvoltooid verleden tijd ζεσταινόμουν(α) ζεσταινόμαστε, ζεσταινόμασταν
ζεσταινόσουν(α) ζεσταινόσαστε, ζεσταινόσασταν
ζεσταινόταν(ε ζεσταίνονταν, ζεσταινόντανε, ζεσταινόντουσαν
Aoristus ζεστάθηκα ζεσταθήκαμε
ζεστάθηκες ζεσταθήκατε
ζεστάθηκε ζεστάθηκαν, ζεσταθήκαν(ε)
Voltooid tegenwoordige tijd έχω ζεσταθεί,
είμαι ζεσταμένος, -η
έχουμε ζεσταθεί,
είμαστε ζεσταμένοι, -ες
έχεις ζεσταθεί,
είσαι ζεσταμένος, -η
έχετε ζεσταθεί,
είστε ζεσταμένοι, -ες
έχει ζεσταθεί,
είναι ζεσταμένος, -η, -ο
έχουν ζεσταθεί,
είναι ζεσταμένοι, -ες, -α
Voltooid verleden tijd είχα ζεσταθεί,
ήμουν ζεσταμένος, -η
είχαμε ζεσταθεί,
ήμαστε ζεσταμένοι, -ες
είχες ζεσταθεί,
ήσουν ζεσταμένος, -η
είχατε ζεσταθεί,
ήσαστε ζεσταμένοι, -ες
είχε ζεσταθεί,
ήταν ζεσταμένος, -η, -ο
είχαν ζεσταθεί,
ήταν ζεσταμένοι, -ες, -α
Toekomende tijd (1) θα ζεσταίνομαι θα ζεσταινόμαστε
θα ζεσταίνεσαι θα ζεσταίνεστε, θα ζεσταινόσαστε
θα ζεσταίνεται θα ζεσταίνονται
Toekomende tijd (2) θα ζεσταθώ θα ζεσταθούμε
θα ζεσταθείς θα ζεσταθείτε
θα ζεσταθεί θα ζεσταθούν(ε)
Voltooid toekomende tijd θα έχω ζεσταθεί,
θα είμαι ζεσταμένος, -η
θα έχουμε ζεσταθεί,
θα είμαστε ζεσταμένοι,-ες
θα έχεις ζεσταθεί,
θα είσαι ζεσταμένος, -η
θα έχετε ζεσταθεί,
θα είστε ζεσταμένοι, -ες
θα έχει ζεσταθεί,
θα είναι ζεσταμένος, -η, -ο
θα έχουν ζεσταθεί,
θα είναι ζεσταμένοι, -ες, -α
Aanvoegende wijs
Onvoltooid tegenwoordige tijd να ζεσταίνομαι να ζεσταινόμαστε
να ζεσταίνεσαι να ζεσταίνεστε, να ζεσταινόσαστε
να ζεσταίνεται να ζεσταίνονται
Aoristus να ζεσταθώ να ζεσταθούμε
να ζεσταθείς να ζεσταθείτε
να ζεσταθεί να ζεσταθούν(ε)
Voltooid tegenwoordige tijd να έχω ζεσταθεί,
να είμαι ζεσταμένος, -η
να έχουμε ζεσταθεί,
να είμαστε ζεσταμένοι,-ες
να έχεις ζεσταθεί,
να είσαι ζεσταμένος, -η
να έχετε ζεσταθεί,
να είστε ζεσταμένοι, -η
να έχει ζεσταθεί,
να είναι ζεσταμένος, -η, -ο
να έχουν ζεσταθεί,
να είναι ζεσταμένοι, -ες, -α
Gebiedende wijs
Tegenwoordige tijd -- ζεσταίνεστε
Aoristus -- ζεσταθείτε
Deelwoord
Tegenwoordige tijd -
Voltooid tegenwoordige tijd ζεσταμένος, -η, -ο ζεσταμένοι, -ες, -α
Onbepaalde wijs
Aoristus ζεσταθεί
Enkele voorbeelden met «ζεσταίνομαι»:
ελληνικά ολλανδικά
Άνοιγε το παράθυρο γιατί ζεσταίνομαι. Doe het raam open, want ik krijg het warm.
Πιες λίγο κονιάκ να ζεσταθείς. Drink een beetje cognac om op te warmen.
Ζεστάθηκα και άνοιξα το παράθυρο. Ik had het warm gekregen en opende het raam.
Ας ανάψουμε τα φωτιά να ζεσταθούμε. Laten we het vuur aan steken om warm te worden.

«ζεσταίνομαι» betekent ook zich beter voelen

Werkwoorden op dezelfde manier vervoegd als «ζεσταίνομαι»

- βασκαίνομαι behekst zijn
- βουβαίνομαι zwijgen, stil wordfern
- ζουρλαίνομαι gek maken, in waanzin zijn
- μωραίνομαι afstompen
- τρελαίνομαι gek worden
- ψυχραίνομαι * afkoelen

«ψυχραίνομαι» heeft twee aoristus vormen «ψυχράθηκα» en «ψυχράνθηκα» en het voltooid deelwoord is ««ψυχραμένος». Deze vervoeging is derhalve een combinatie van de passieve werkwoorden «ζεσταίνομαι» en «θερμαίνομαι».