meta name="keywords" content="modern greek on line, modern greek grammar, modern greek verb conjugation" />
Tenses - Moods Active voice
Indicative Mood Singular Plural
Present πειράζω πειράζουμε, πειράζομε
πειράζεις πειράζετε
πειράζει πειράζουν(ε)
Imperfect πειραζα πειραζα
πειραζες πειράζατε
πειραζε πειραζαν, πειράζαν(ε)
Aorist πειραξα πειράξαμε
πειραξες πειράξατε
πειραξε πειραξαν, πειράξαν(ε)
Perfect έχω πειράξει,
έχω πειραγμένο
έχουμε πειράξει,
έχουμε πειραγμένο
έχεις πειράξει, έχεις πειραγμένο έχετε πειράξει, έχετε πειραγμένο
έχει πειράξει, έχει πειραγμένο έχουν πειράξει, έχουν πειραγμένο
Pluperfect είχα πειράξει, είχα πειραγμένο είχαμε πειράξει, είχαμε πειραγμένο
είχες πειράξει, είχες πειραγμένο είχατε πειράξει, είχατε πειραγμένο
είχε πειράξει, είχε πειραγμένο είχαν πειράξει, είχαν πειραγμένο
Future (continuous) θα πειράζω θα πειράζουμε, θα πειράζομε
θα πειράζεις θα πειράζετε
θα πειράζει θα πειράζουν(ε)
Future (simple) θα πειράξω θα πειράξουμε, θα πειράξομε
θα πειράξεις θα πειράξετε
θα πειράξει θα πειράξουν(ε)
Future perfect θα έχω πειράξει, θα έχω πειραγμένο θα έχουμε πειράξει, θα έχουμε πειραγμένο
θα έχεις πειράξει, θα έχεις πειραγμένο θα έχετε πειράξει, θα έχετε πειραγμένο
θα έχει πειράξει, θα έχει πειραγμένο θα έχουν πειράξει, θα έχουν πειραγμένο
Subjunctive mood
Present να πειράζω να πειράζουμε, να πειράζομε
να πειράζεις να πειράζετε
να πειράζει να πειράζουν(ε)
Aorist να πειράξω να πειράξουμε, να πειράξομε
να πειράξεις να πειράξετε
να πειράξει να πειράξουν(ε)
Perfect να έχω πειράξει, να έχω πειραγμένο να έχουμε πειράξει, να έχουμε πειραγμένο
να έχεις πειράξει, να έχεις πειραγμένο να έχετε πειράξει, να έχετε πειραγμένο
να έχει κοιτάξει, να έχει πειραγμένο να έχουν κοιτάξει, να έχουν πειραγμένο
Imperative mood
Present πειραζε πειραξε
Aorist πειραξε πειράξτε, κοιτάχτε
Present πειράζοντας
Perfect έχοντας πειράξει, έχοντας πειραγμένο
Aorist πειράξει

Examples with «πειράζω»:

ελληνικά αγγλικά
Ο αδερφός σου δε θα σε πειράξει. Your brother means no harm to you.
Δεν θα σε πειράξω. I'm not going to hurt you.
Δε θέλω να πειράξει κανείς το παιδί, ή να το φοβίσει. I don't want that boy harmed or frightened by no one.
Κάποιος μπορεί να πείραξε τον εξοπλισμό του. Someone may have tampered with his equipment.
Verbs with the same conjugation as «πειράζω:
- αγγίζω * to touch, meet
- αλαλάζω to shout (of happiness)
- αλλάζω * to alter, change
- αναστενάζω to sigh, suspire
- αποστάζω to distil
- αποφράζω * to obstruct
- αράζω * to moor, park, anchor
- αρπάζω to catch, grapple, clutch, grasp
- βαριαναστενάζω to sigh, shiver
- βαστάζω * to carry, hold, tote, sustain
- βελάζω to bellow, bleat
- βουίζω to buzz, hum, roar
- βουλιάζω to sink, bring down, deplete
- βροντοφωνάζω to yell, scream
- γκρινιάζω to carp, grouch, growl
- γρούζω to grunt, coo
- διατάζω * to order, command
- κοιτάζω * to examine, watch, peek, to look at
- νυστάζω to drowse, nod
- παίζω * to play
- περιπαίζω to mock, quip
- περιφράζω * to fence, enclosen
- πρήζω * to bloat
- ρημάζω to ravage, ruin
- σκιάζω to frighten, scare, shade
- σκούζω to shriek, scream
- στάζω to drip
- στενάζω to sigh, lament
- στηρίζω * to base, brace, support
- στοιβάζω * to pile, cram, pack
- σφάζω * to stab, slaugther, butcher
- σφηρίζω * to wistle, whisper
- τάζω to promise, dedicate
- τινάζω * to toss, shake, beat
- τρίζω to creak, squeak, crack, grind
- τρομάζω to frighten, scare
- υποστηρίζω * to stand by, back, support
- φαντάζω to imagine, make an impression
- φράζω * to close up, obstruct, block
- φωνάζω to call, shout
- χαράζω * to carve, dawn, engrave
- χαρτοπαίζω to gamble
- χουγιάζω to yell at
- .

* Active voices with also a passive voice.

Tenses - Moods Passive voice
Indicative Mood Singular Plural
Present πειράζομαι πειραζόμαστε
πειράζεσαι πειράζεστε, πειραζόσαστε
πειράζεται πειράζονται
Imperative πειραζόμουν(α) πειραζόμαστε, πειραζόμασταν
πειραζόσουν(α) πειραζόσαστε, πειραζόσασταν
πειραζόταν(ε) πειράζονταν, πειραζόντανε, πειραζόντουσαν
Aorist πειράχτηκα πειραχτήκαμε
πειράχτηκες πειραχτήκατε
πειράχτηκε πειράχτηκαν, πειραχτήκαν(ε)
Perfect έχω πειραχτεί,
είμαι πειραγμένος, -η
έχουμε πειραχτεί,
είμαστε πειραγμένοι, -ες
έχεις πειραχτεί,
είσαι πειραγμένος, -η
έχετε πειραχτεί,
είστε πειραγμένοι, -ες
έχει πειραχτεί,
είναι πειραγμένος, -η, -ο
έχουν πειραχτεί,
είναι πειραγμένοι, -ες, -α
Pluperfect είχα πειραχτεί,
ήμουν πειραγμένος, -η
είχαμε πειραχτεί,
ήμαστε πειραγμένοι, -ες
είχες πειραχτεί,
ήσουν πειραγμένος, -η
είχατε πειραχτεί,
ήσαστε πειραγμένοι, -ες
είχε πειραχτεί,
ήταν πειραγμένος, -η, -ο
είχαν πειραχτεί,
ήταν πειραγμένοι, -ες, -α
Future (continuous) θα πειράζομαι θα πειραζόμαστε
θα πειράζεσαι θα πειράζεστε, θα πειραζόσαστε
θα πειράζεται θα πειράζονται
Futute (simple) θα πειραχτώ θα πειραχτούμε
θα πειραχτείς θα πειραχτείτε
θα πειραχτεί θα πειραχτούν(ε)
Future perfect θα έχω πειραχτεί,
θα είμαι πειραγμένος, -η
θα έχουμε πειραχτεί,
θα είμαστε πειραγμένοι, -ες
θα έχεις πειραχτεί,
θα είσαι πειραγμένος, -η
θα έχετε πειραχτεί,
θα είστε πειραγμένοι, -ες
θα έχει πειραχτεί,
θα είναι πειραγμένος, -η, -ο
θα έχουν πειραχτεί,
θα είναι πειραγμένοι, -ες, -α
Subjunctive mood
Present να vάζομαι να πειραζόμαστε
να πειράζεσαι να πειράζεστε, να πειραζόσαστε
να πειράζεται να πειράζονται
Aorist να πειραχτώ να πειραχτούμε
να πειραχτείς να πειραχτείτε
να πειραχτεί να πειραχτούν(ε)
Perfect να έχω πειραχτεί,
να είμαι πειραγμένος, -η
να έχουμε πειραχτεί,
να είμαστε πειραγμένοι, -ες
να έχεις πειραχτεί,
να είσαι πειραγμένος, -η
να έχετε πειραχτεί,
να είστε πειραγμένοι, -ες
να έχει πειραχτεί,
να είναι πειραγμένος, -η, -ο
να έχουν πειραχτεί,
να είναι πειραγμένοι, -ες, -α
Imperative mood
Present -- πειράζεστε
Aorist πειράξου πειραχτείτε
Present --
Perfct πειραγμένος, -η, -ο πειραγμένοι, -ες, -α
Aorist πειραχτεί

Examples with «πειράζομαι»:

ελληνικά αγγλικά
Δεν αξίζει να πειραχτούν τα νεύρα σου. It's not worth getting yourself worked up over.
Έχει πειραχτεί τίποτε; Has anything been disturbed?
Θέλει χρόνο να δούμε αν πειράχτηκε ο εγκέφαλος. It takes a while to say that the brain is affected.
Αυτός είναι λίγο πειραγμένος, μα καλό παλικάρι. He's a little touched in the head, but he's a good lad.
Verbs with the same conjugation as «πειράζομαι»:
- αγγίζομαι to touch somebody
- αποφράζομαι to be locked, be closed
- αρπάζομαι to clutch at, to cling to
- βαστάζομαι to endure, bear, keep to
- διατάζομαι to decree, inflict
- κοιτάζομαι to look at, glow at, gaze at
- παίζομαι to flicker, glimmer
- περιφράζομαι to fence, enclose
- σκιάζομαι to be scared
- στηρίζομαι to lean on, be based on, abut
- στοιβάζομαι to pile up, build up
- σφάζομαι to be slaughtered
- σφυρίζομαι to wiz, whisper
- τινάζομαι to wince, cringe, startle, boggle
- υποστηρίζομαι to be supported, backed up
- φράζομαι to be obstructed, closed up
- χαράζομαι to trench oneself
- .

All abovementioned passive voices have also active voices