Tijden - wijzen Actieve Vorm
Aantonende wijs Enkelvoud Meervoud
Onvoltooid tegenwoordige tijd εγκαθιστώ εγκαθιστούμε
εγκαθιστάς εγκαθιστάτε
εγκαθιστά εγκαθιστούν(ε)
Onvoltooid verleden tijd εγκαθιστούσα εγκαθιστούσαμε
εγκαθιστούσες εγκαθιστούσατε
εγκαθιστούσε εγκαθιστούσαν(ε)
Aoristus εγκατέστησα εγκαταστήσαμε
εγκατέστησες εγκαταστήσατε
εγκατέστησε εγκατέστησαν, εγκαταστήσαν(ε)
Voltooid tegenwoordige tijd έχω εγκαταστήσει έχουμε εγκαταστήσει
έχεις εγκαταστήσει έχετε εγκαταστήσει
έχει εγκαταστήσει έχουν εγκαταστήσει
Voltooid verleden tijd είχα εγκαταστήσει είχαμε εγκαταστήσει
είχες εγκαταστήσει είχατε εγκαταστήσει
είχε εγκαταστήσει είχαν εγκαταστήσει
Toekomende tijd (1) θα εγκαθιστώ θα εγκαθιστούμε
θα εγκαθιστάς θα εγκαθιστάτε
θα εγκαθιστά θα εγκαθιστούν(ε)
Toekomende tijd (2) θα εγκαταστήσω θα εγκαταστήσουμε, θα εγκαταστήσομε
θα εγκαταστήσεις θα εγκαταστήσετε
θα εγκαταστήσει θα εγκαταστήσουν(ε)
Voltooid toekomende tijd θα έχω εγκαταστήσει θα έχουμε εγκαταστήσει
θα έχεις εγκαταστήσει θα έχετε εγκαταστήσει
θα έχει εγκαταστήσει θα έχουν εγκαταστήσει
Aanvoegende wijs
Onvoltooid tegenwoordige tijd να εγκαθιστώ να εγκαθιστούμε
να εγκαθιστάς να εγκαθιστάτε
να εγκαθιστά να εγκαθιστούν(ε)
Aoristus να εγκαταστήσω να εγκαταστήσουμε, να εγκαταστήσομε
να εγκαταστήσεις να εγκαταστήσετε
να εγκαταστήσει να εγκαταστήσουν(ε)
Voltooid tegenwoordige tijd να έχω εγκαταστήσει να έχουμε εγκαταστήσει
να έχεις εγκαταστήσει να έχετε εγκαταστήσει
να έχει εγκαταστήσει να έχουν εγκαταστήσει
Gebiedende wijs
Tegenwoordige tijd -- εγκαθιστάτε
Aoristus εγκατάστησε εγκαταστήστε, εγκαταστήσετε
Deelwoord
Tegenwoordige tijd εγκαθιστώντας
Voltooid tegenwoordige tijd έχοντας εγκαταστήσει
Onbepaalde wijs
Aoristus εγκαταστήσει
voorbeelden van «εγκαθιστώ»:
ελληνικά ολλανδικά
Εγκατέστησα σύστημα εξαερισμού. Ik installeerde een ventilatie systeem.
Εγκατέστησε το γραφείο του στον τρίτο όροφο. Hij vestigde zijn kantoor op de derde verdieping.
Είχε εγκαταστήσει στο σπίτι του ραδιοφωνικό σταθμό. Hij had in zijn huis een radiostation geïnstalleerd
De volgende werkwoorden worden op dezelfde manier vervoegd als «εγκαθιστώ»:
- αναπαριστώ reconstrueren
- εφιστώ aandacht trekken
- καθιστώ maken tot, houden voor
- συνιστώ aanbevelen, aanraden, oprichten
Tijden - wijzen Passieve Vorm
Aantonende wijs Enkelvoud Meervoud
Onvoltooid tegenwoordige tijd εγκαθίσταμαι εγκαθιστάμεθα
εγκαθίστασαι εγκαθίστασθε
εγκαθίσταται εγκαθίσταται
Onvoltooid verleden tijd -- --
-- --
εγκαθίστατο εγκαθίσταντο
Aoristus εγκαταστάθηκα εγκατασταθήκαμε
εγκαταστάθηκες εγκατασταθήκατε
εγκαταστάθηκε εγκαταστάθηκαν, εγκατασταθήκαν(ε)
Voltooid tegenwoordige tijd έχω εγκατασταθεί,
είμαι εγκατεστημένος, -η
έχουμε εγκατασταθεί,
είμαστε εγκατεστημένοι, -ες
έχεις εγκατασταθεί,
είσαι εγκατεστημένος, -η
έχετε εγκατασταθεί,
είστε εγκατεστημένοι, -ες
έχει εγκατασταθεί,
είναι εγκατεστημένος, -η, -ο
έχουν εγκατασταθεί,
είναι εγκατεστημένοι, -ες, -α
Voltooid verleden tijd είχα εγκατασταθεί,
ήμουν εγκατεστημένος, -η
είχαμε εγκατασταθεί,
ήμαστε εγκατεστημένοι, -ες
είχες εγκατασταθεί,
ήσουν εγκατεστημένος, -η
είχατε εγκατασταθεί,
ήσαστε εγκατεστημένοι, -ες
είχε εγκατασταθεί,
ήταν εγκατεστημένος, -η, -ο
είχαν εγκατασταθεί,
ήταν εγκατεστημένοι, -ες, -α
Toekomende tijd (1) θα εγκαθίσταμαι θα εγκαθιστάμεθα
θα εγκαθίστασαι θα εγκαθίστασθε
θα εγκαθίσταται θα εγκαθίστανται
Toekomende tijd (2) θα εγκατασταθώ θα εγκατασταθούμε
θα εγκατασταθείς θα εγκατασταθείτε
θα εγκατασταθεί θα εγκατασταθούν(ε)
Voltooid toekomende tijd θα έχω εγκατασταθεί,
θα είμαι εγκατεστημένος, -η
θα έχουμε εγκατασταθεί,
θα είμαστε εγκατεστημένοι, -ες
θα έχεις εγκατασταθεί,
θα είσαι εγκατεστημένος, -η
θα έχετε εγκατασταθεί,
θα είστε εγκατεστημένοι, -ες
θα έχει εγκατασταθεί,
θα είναι εγκατεστημένος, -η, -ο
θα έχουν εγκατασταθεί,
θα είναι εγκατεστημένοι, -ες, -α
Aanvoegende wijs
Onvoltooid tegenwoordige tijd να εγκαθίσταμαι να εγκαθιστάμεθα
να εγκαθίστασαι να εγκαθίστασθε
να εγκαθίσταται να εγκαθίστανται
Aoristus να εγκατασταθώ να εγκατασταθούμε
να εγκατασταθείς να εγκατασταθείτε
να εγκατασταθεί να εγκατασταθούν(ε)
Voltooid tegenwoordige tijd να έχω εγκατασταθεί,
να είμαι εγκατεστημένος, -η
να έχουμε εγκατασταθεί,
να είμαστε εγκατεστημένοι, -ες
να έχεις εγκατασταθεί,
να είσαι εγκατεστημένος, -η
να έχετε εγκατασταθεί,
να είστε εγκατεστημένοι, -ες
να έχει εγκατασταθεί,
να είναι εγκατεστημένος, -η, -ο
να έχουν εγκατασταθεί,
να είναι εγκατεστημένοι, -ες, -α
Gebiedende wijs
Tegenwoordige tijd -- εγκαθιστάσθε
Aoristus εγκαταστήσου εγκατασταθείτε
Deelwoord
Tegenwoordige tijd --
Voltooid tegenwoordige tijd εγκατεστημένος, -η, -ο εγκατεστημένοι, -ες, -α
Onbepaalde wijs
Aoristus εγκατασταθεί
Enkele voorbeelden van «εγκαθίσταμαι»:
ελληνικά ολλανδικά
Εγκαταστάθηκαν το παρατηρητήριό τους σ'ένα υψός. Ze vestigden hun waarnemingspost op een hoogte.
Τελικά εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη. Uiteindelijk vestigde hij zich in New York.
Στην Ευρώπη καθένας θα μπορεί να ταξιδεύει και να εγκαθίσταται ελεύθερα. In Europa kan iedereen reizen en zich vrij vestigen.
De volgende werkwoorden worden op dezelfde manier vervoegd als «εγκαθίσταμαι»:
- αναπαρίσταμαι gereconstrueerd worden
- συνίσταμαι bestaan, bestaan uit