english flag
Tijden - wijzen Actieve Vorm
Aantonende wijs Enkelvoud Meervoud
Onvoltooid tegenwoordige tijd μένω μένουμε, μένομε
μένεις μένετε
μένει μένουν(ε)
Onvoltooid verleden tijd έμενα μέναμε
έμενες μένατε
έμενε έμεναν, μέναν(ε)
Aoristus έμεινα μείναμε
έμεινες μείνατε
έμεινε έμειναν, μείναν(ε)
Voltooid tegenwoordige tijd έχω μείνει έχουμε μείνει
έχεις μείνει έχετε μείνει
έχει μείνει έχουν μείνει
Voltooid verleden tijd είχα μείνει είχαμε μείνει
είχες μείνει είχατε μείνει
είχε μείνει είχαν μείνει
Toekomende tijd (1) θα μένω θα μένουμε, θα μένομε
θα μένεις θα μένετε
θα μένει θα μένουν(ε)
Toekomende tijd (2) θα μείνω θα μείνουμε, θα μείνομε
θα μείνεις θα μείνετε
θα μείνει θα μείνουν(ε)
Voltooid toekomende tijd θα έχω μείνει θα έχουμε μείνει
θα έχεις μείνει θα έχετε μείνει
θα έχει μείνει θα έχουν μείνει
Aanvoegende wijs
Onvoltooid tegenwoordige tijd να μένω να μένουμε, να μένομε
να μένεις να μένετε
να μένει να μένουν(ε)
Aoristus να μείνω να μείνουμε, να μείνομε
να μείνεις να μείνετε
να μείνει να μείνουν(ε)
Voltooid tegenwoordige tijd να έχω μείνει να έχουμε μείνει
να έχεις μείνει να έχετε μείνει
να έχει μείνει να έχουν μείνει
Gebiedende wijs
Tegenwoordige tijd μένε μένετε
Aoristos έμεινε μείνετε
Deelwoord
Tegenwoordige tijd μένοντας
Voltooid tegenwoordige tijd έχοντας μείνει
Onbepaalde wijs
Aoristus μείνει
Voorbeelden met «μένω»
ελληνικά ολλανδικά
Θέλω να μείνεις. Ik wil dat je blijft.
Μείνε εδώ και μην κουνηθείς. Wacht hier en beweeg je niet.
Της ζήτησα να μείνει το βράδυ. Ik vroeg haar vanavond te blijven.
Έμειναν τρία κομμάτια πίτσα. Er bleven drie stukken pizza over.
Ο Λουκάς μένει στο ξενοδοχείο. Lucas verblijft in het hotel.
Aυτό να μείνει μεταξύ μας. Dat blijft tussen ons.
Tι σου έμεινε από αυτά που έμαθες στο σχολείο; Wat bleef er hangen van wat je op school geleerd hebt.
Werkwoorden die op dezelfde manier vervoegd worden als «μένω»:
- απομένω overblijven
- εμμένω gehoorzamen aan, blijven bij
- επιμένω eisen, er op staan
- ξεμένω doorheen raken
- παραμένω treuzelen, overblijven, logeren
- περιμένω wachten
- προσμένω wachten op, hopen op
- υπομένω geduldig zijn